Words

  • Να αγαπάω

    Είπα να γράψω κάτι..

    Να γράψω για το πόσο διψάω να σ αγαπώ, να αγαπιέμαι, να σε έχω αγκαλιά.

    Νιώθω παιδί χαμένο που ψάχνει να αγαπά και να αγαπιέται μέσα στον πανικό και στην απελπισία. Αν όμως με αφήσεις να σε αγαπήσω θα στα δώσω όλα και τίποτα δεν θα είναι όπως πριν, ούτε εγώ. Εγώ θα είμαι χαρούμενη ακόμη πιο πολύ, θα είμαι γεμάτη, θα ταξιδεύω με το νου και το κορμί γιατί θα με έχεις αφήσει να σε αγαπάω.

    Δεν θα με νοιάζει για τις νύχτες που θα πονάω γιατί θα ξυπνάω το πρωί και θα έχω το άρωμα σου πάνω μου, θα μπορώ να περιμένω να ακούσω τον ήχο από τα κλειδιά σου να προσπαθούν να ανοίξουν την πόρτα και θα λαχταράω να τρέξω πάνω σου με το που μπεις. Θα μπορώ να κλείνω μέσα στο στήθος μου την ανάσα σου για να κοιμηθείς και να κρατάω το χέρι σου όταν ανασαίνεις βαριά τα βραδιά από τον φόβο που σε κυνηγάει  στα όνειρα σου.

    Θα μπορώ να τραβάω τα μαλλιά σου για να νιώσω τη ζωή από μέσα σου, μέσα στο δέρμα από τα χεριά μου. Αλλά αυτό που θα με κάνει ευτυχισμένη, στο τέλος είναι πως θα με αφήνεις να πονάω και εκεί θα σπαράζω μέχρι να δω πόσο δυνατή είναι η αγάπη μου. Και μέσα στα σκοτάδια θα σ αγαπάω πιο πολύ, γιατί σου αξίζει όσο σκληρή και αν είναι η καρδιά σου, όσο σκοτεινοί και να ναι οι φόβοι σου, γιατί δεν έχει σημασία. Γιατί εγώ είμαι έτσι. Γιατί εγώ μπορώ. Να αγαπάω. 

  • Το Κορίτσι Της Παρασκ… Μου #3

    Στέκεσαι ακίνητος και σκέφτεσαι τι χρειάζεσαι, τι έχεις ανάγκη;
    Μοναχά μια όμορφη φωνή να σε ξυπνάει το πρωί με ένα φωτεινό χαμόγελο, φωνάζοντας σε με ένα μοναδικό όνομα που μοιράζεστε οι δυο σας.

    Ένα χαμόγελο στα σκοτεινά σου μονοπάτια, εκείνο που θα περιμένει να σκάσει από άκρη σε άκρη όταν χάνεσαι στα στενά και βάζεις τα κλάματα γιατί χάνεις τους δρόμους, τις ώρες, τα πόδια σου, γιατί χάνεις τον εαυτό σου.

    Χρειάζεσαι ένα φίλο, που είναι αίμα από το αίμα σου, ψυχή από τη ψυχή σου, έναν φανατικό ακροατή που οι διαμονές σας ακόμη και μακριά ο ένας από τον άλλον, σκαρώνουν τα πιο τολμηρά όνειρα. Αυτόν που δε χρειάζεται να σου μιλήσει ποτέ γιατί ήδη ξέρεις, αλλά λαχταράς να τον ακούσεις.

    Δεν χρειάζεσαι τίποτα παραπάνω από κάποιον που να είναι ο λόγος που θα προσπαθείς να γίνεις καλύτερος, για να δημιουργείς, να πλάθεις, μήπως και τα δει έστω και για λίγο και ξανασυναντήσεις αυτή τη χαρά στα λαμπερά του ματιά. Να θαυμάζεις και να θαυμάζεσαι.

    Έχεις ανάγκη να κάνεις κάποιον ευτυχισμένο, για να είσαι ευτυχισμένος. Να σώζεις, για να σώζεσαι. Έτσι αγαπάς, έτσι αγαπιέσαι.

    Χρειάζεσαι απλά ένα κασέρι.

    Καλή όρεξη.

    p.s: Κράτησα το καλύτερο κομμάτι…

  • Το Κορίτσι Της Παρασκευής #2

     

    Ξάπλωσε κάτω από τα παγωμένα σκεπάσματα, γυμνή.

    Κούρνιασε και σκέφτηκε, γιατί δεν αισθανόταν, γιατί δεν πονούσε πια.

    Κάποτε είχε πει, πως θα τη πονούσε, πως κάποτε δε θα πονάει πια.

    Μα τότε έτρεμε το κορμί, δάκρυζαν τα μάτια, από φόβο μήπως χάσει.

    Μα τα σκεπάσματα ζεστάθηκαν, το κορμί δεν έχασε, το δέρμα απαλό.

    Τα σωθικά δίχως σπαραγμό.

    Τα ματιά στεγνά.

    Ίσως αυτή είναι η λύτρωση, σκέφτηκε.

    Πως δεν πονάει πια.

    Το κενό, το ανύπαρκτο χάος, δίχως ηχώ για να ουρλιάξει.

    Γιατί εδώ είναι ζεστά και σιωπηλά.
    Εδώ, μακριά.
    Μα αυτό της φτάνει.
    Μια σιωπηλή αγκαλιά.

    // Holly

  • Το Κορίτσι Της Παρασκευής #1

     

    Τα κορίτσια της Παρασκευής ξέρουν το δρόμο  αλλά δε το χουν καταλάβει,

    αλίμονο όταν καταλάβουν πόσο όμορφοι οι δρόμοι είναι,

    και πως οι Παρασκευές δεν είναι οι πιο φωτεινές μέρες ούτε οι πιο δροσερές νύχτες,

    μοναχά φτηνές για το σώμα που σέρνουν.

    Μα έχουν δρόμο μπροστά τους να χορέψουν, αυτό θα ανακαλύψουν.

    // Holly

     

  • Λαχταρώ / Sarah Kane

    Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.

    Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,

    Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,

    Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,

    Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,

    Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,

    Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,

    Και να σου φιλάω τα πόδια σου,

    Και να σου κρατάω το χέρι σου,

    Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,

    Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,

    Και να γελάω με την παράνοια σου,

    Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς, και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες, και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,

    και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,

    και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,

    Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,

    Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,

    Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,

    Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,

    Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.

    Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.

    Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,

    Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,

    Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,

    Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,

    Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,

    Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,

    Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,

    Και να μαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,

    Και να μαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,

    Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,

    Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.

    Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,

    Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,

    Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,

    Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,

    Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,

    Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,

    Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,

    Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,

    Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,

    Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,

    Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,

    Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,

    Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,

    Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,

    Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,

    Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,

    Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,

    Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,

    Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,

    Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,

    Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,

    Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,

    Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,

    Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,

    Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,

    Και να θέλω ότι θέλεις,

    Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,

    Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,

    Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο

    Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω

    Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,

    Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,

    Και να ξεχνάω ποιος είμαι,

    Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,

    Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο

    Τον ακάθεκτο

    Τον ακατάλυτο

    Τον ακατάσβεστο

    Τον μεταρσιωτικό

    Τον ψυχαναλυτικό

    Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,

    ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ.

     

     

     

    // by Holly

  • Borderline Personality Disorder Quotes

    “Your perspective on life comes from the cage you were held captive in.”
    / Shannon L. Alder

     

    “I’m so good at beginnings, but in the end I always seem to destroy everything, including myself.”
    Kiera Van Gelder, The Buddha and the Borderline: My Recovery from Borderline Personality Disorder through Dialectical Behavior Therapy, Buddhism, and Online Dating

     

    “People with BPD are like people with third degree burns over 90% of their bodies. Lacking emotional skin, they feel agony at the slightest touch or movement.”
    /  Marsha M. Linehan

     

    “In some ways, com­ing to terms with my­self and work­ing to­ward re­cov­ery has been like say­ing “I love you” to some­one but keep­ing a loaded gun hid­den in your back pocket, just in case that per­son pisses you off enough.”
    /  Kiera Van Gelder

     

    “For those of us with BPD, entering into a shared experience means passing through the ring of fire that leaves us feeling even more burned—and in this case branded with a label no one would ever choose to wear.”
    /  Kiera Van Gelder

     

    “Some say I’m too sensitive, but the truth is I just feel too much. Every word, every action and every energy goes straight to my heart.”

    / Unknown

     

     

    I keep so much pain inside myself. I grasp my anger and loneliness and hold it in my chest. It has changed me into something I never meant to be. It has transformed me into a person I do nor recognize. But I don’t know how to let it go.

    / Unknown

    //by Holly

  • Ουτοπία

    Όλοι εμείς που ζούμε μέσα στο σύστημα και αντιλαμβανόμαστε πόσο στρεβλή είναι η πραγματικότητα και ο κόσμος, μέσα από τις αλληλέγγυες σχέσεις που φτιάχνουμε δομούμε μία κοινωνία μέσα στην κοινωνία. Έτσι ζούμε ένα κομμάτι από την ουτοπία που θέλουμε να χτίσουμε.

    / Άγνωστος

    // Illustration by Michal Lisowski

    // by Holly

  • Φτερούγισμα

    Είναι κάτι μέσα μου που δεν το έχω ελευθερώσει.

    Είναι κάτι μέσα μου που δεν το χω δώσει.

    Φυλακισμένο,  λες και είναι, νιώθω το φτερούγισμα του

    στα σωθικά μου να με σπαράζει.

    Απελπισμένο, θυμωμένο και  διψασμένο  να πετάξει λαχταρά

    και  εγώ μαστιγώνομαι  να το γραπώσω με  τα χέρια μου,

    να κομματιάσω τα πλευρά μου με τα κοκαλιασμένα  μου δάχτυλα,  στη χούφτα μου γραπωμένο, για να το ελευθερώσω.

    Μονό που προτιμώ θαρρώ, προτιμώ να το αφήνω να με τρώει και να αργοπεθαίνω

    μήπως κάποιος άλλος  μου το σκοτώσει  πρώτος.

     

    // Photos by Noell Oszvald

  • Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι

    “Όταν η καρδιά μιλάει, το μυαλό το θεωρεί μεγάλη απρέπεια να φέρει αντίρρηση.”

     

    “Όσο πιο βαρύ είναι το φορτίο, όσο πιο κοντινή στη γη είναι η ζωή μας, τόσο είναι πιο αληθινή πιο πραγματική. Σ΄αντιστάθμισμα, η ολική απουσία του φορτίου κάνει το ανθρώπινο ον να γίνεται πιο ελαφρύ απ΄τον άνεμο, να πετάει, ν΄απομακρύνεται από τη γη, απ΄το γήινο είναι, να μην είναι παρά μόνο κατά το ήμιση αληθινό και οι κινήσεις του να είναι εξίσου ελεύθερες όσο και χωρίς σημασία.”

     

    “Το να αγαπάς κάποιον από συμπόνια δεν σημαίνει ότι τον αγαπάς πραγματικά.”

     

    “Η βαρύτητα, η ανάγκη και η αξία είναι τρεις έννοιες στενά και βαθιά ενωμένες: δεν είναι βαρύ παρά αυτό που είναι αναγκαίο , δεν έχει αξία παρά μόνον ό,τι βαραίνει.”

    “Η στιγμή που γεννιέται ο έρωτας: η γυναίκα δεν αντιστέκεται στη φωνή που καλεί την τρομαγμένη της ψυχή, ο άντρας δεν αντιστέκεται στη γυναίκα που η ψυχή της ξέρει να προσέχει τη φωνή του.”

    hat

    “Είναι μια τεράστια ανακούφιση να διαπιστώνει κανείς πως είναι ελεύθερος, πως δεν έχει αποστολή.”

    “Όποιος θέλει διαρκώς να «εξυψωθεί» πρέπει να περιμένει ότι μια μέρα θα τον πιάσει ίλιγγος . Ο ίλιγγος είναι άλλο πράγμα από τον φόβο μην πέσουμε. Είναι η φωνή του κενού κάτω από εμάς που μας τραβάει και μας καταπίνει, η επιθυμία μας να πέσουμε που μετά την πολεμάμε με τρόμο.”

     

     

    Movie Soundtrack by Leos Janacek


  • Thoughts #1

     

    I have told you more than once, there are two kinds of people in this world. Special and ordinary ones. Trying to prove me wrong makes you humble or naive. Both of them seem too ordinary.

    / To N.M

     

     

    // Holly

  • Lyrics $ Riot

     

    I can run but I can’t hide, cause I am a part of the system

     

     

     

    Humanity is conformity
    Conformity is society
    Society is this reality

    The faces that saw me
    And the angles that warned me
    They told me to run
    And dispose of the gun
    I could have escaped
    Be gone with no trace
    Instead I just stayed
    Within societies gates

    Cos I can run but I can’t hide
    And I must justify
    The way I live my life
    Until the day I die
    I live within these gates
    I cannot go against
    So I must see it through
    There’s nothing left to do

    They said I was crazy
    And they called me a fool
    But words cannot change me
    And my respect for the rules
    I may be part of the system
    But if I could rule this land
    The rules would be different
    But I am just one man

    So I wish I was under a tree
    Far away from society
    Where the only truth in me
    Is the soothing sound of my own entity?
    While my other voice is free
    It expresses words of plea
    To return to a stable form of reality
    But I’m inside of that tree
    That tree is inside of another tree
    The perplexity is infinity
    So I will just chill with a spliff

    I can run but I can’t hide

     

    // by Holly

  • I’m Nobody! Who are You?

    I’m nobody! Who are you?
    Are you nobody, too?
    Then there’s a pair of us -don’t tell!
    They’d banish us, you know.

    How dreary to be somebody!
    How public, like a frog
    To tell your name the livelong day
    To an admiring bog!

     

    / Emily Dickinson, 18301886

    Είμαι ο κανένας! Ποιος είσαι εσύ;
    Μήπως, κανείς κι εσύ;
    Τότε είμαστε δυο – μη μου πεις!
    Θα μας εξορίσουν παρευθύς.

    Πόσο ανιαρό κάποιος να είσαι!
    Πόσο κοινό, σαν το βατράχι
    Να λες το όνομά σου πρωί-βράδυ
    Σ’ έναν βούρκο που σε θαυμάζει!

     

    // by Holly